oriflamme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
oriflamme oriflammes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

oriflamme (fr) αρσενικό