Μετάβαση στο περιεχόμενο

Φιλιππινέζικη γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τα φιλιππινέζικα (Pilipino, [ˌpɪl.ɪpiː.no] ή Wikang Filipino), είναι η εθνική γλώσσα των Φιλιππίνων. Τα φιλιππινέζικα έχουν οριστεί, επίσης, μαζί με τα αγγλικά, ως επίσημη γλώσσα της χώρας.[1] Είναι μια εκδοχή της γλώσσας Τάγκαλογκ που έγινε επίσημη του κράτους για λόγους εμπορικούς και δημόσιους μιας και ήταν πολύ δημοφιλής στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Είναι μια από τις 185 γλώσσες που έχει αναγνωρίσει ο Εθνολόγος (ethnologue). Το 1987 με μια νέα θεσμοθέτηση η επίσημη γλώσσα του κράτους ονομάστηκε Φιλιπιπινέζικα που μεχρι τότε λεγόταν Τάγκαλογκ. Η επίσημη άποψη είναι ότι τα φιλιππινέζικα και τα Τάγκαλογκ είναι δυο ξεχωριστές γλώσσες. Στην πράξη όμως τα φιλιππινέζικα μπορούν να θεωρηθούν ως η επίσημη ονομασία του Τάγκαλογκ ή ακόμη ως μια συνώνυμη λέξη. Στις μέρες μας τα φιλιππινέζικα χαρακτηρίζεται ως μια γλώσσα που έχει βάση τα Τάγκαλογκ. Μέσα στη χώρα οι κάτοικοι χρησιμοποιούνε την λέξη τάγκαλογκ αλλά σε διεθνή επίπεδο την λένε φιλιππινέζικα. Είναι κάτι αντίστοιχο με την ισπανική γλώσσα όπου στην Ισπανία οι κάτοικοι την λένε καστελιανικά αλλά διεθνώς την λένε ισπανική. Σύμφωνα με καταγραφή του 2013 γλώσσα ομιλείται από 45 εκατομμύρια ανθρώπους.

  1. Constitution of the Philippines 1987, Article XIV, Sections 6 and 7

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Wikipedia
Wikipedia