Μετάβαση στο περιεχόμενο

Μπέιζμπολ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μπέιζμπολ
Ένας ρίπτης (Pitcher) ετοιμάζεται να πετάξει τη μπάλα στο ροπαλόφορο (Batter).
Ύψιστη διοικητική αρχήΠαγκόσμια Συνομοσπονδία Μπέιζμπολ Σόφτμπολ
Πρώτο παιχνίδι18ος αιώνας Αγγλία
Χαρακτηριστικά
ΕπαφήΟριακή
Μέλη ομάδας9
Μικτών φύλωνΝαι, διακριτές διοργανώσεις
ΕξοπλισμόςΜπάλα μπέιζμπολ
ρόπαλο μπέιζμπολ
γάντια μπέιζμπολ
βάσεις
Χώρος διεξαγωγήςΓήπεδο μπέιζμπολ
Παρουσία
Ολυμπιακό άθλημαΆθλημα επίδειξης: 1912, 1936, 1952, 1956, 1964, 1984 και 1988
Άθλημα μεταλλίων: 1992, 2008, 2020–

Το μπέιζμπολ (αγγλ. baseball) είναι ένα ομαδικό άθλημα, το οποίο παίζεται από δύο ομάδες των εννέα παικτών. Επινοήθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αλλά η πρώιμη μορφή του κατάγεται από τα αγγλικά αθλήματα ράουντερς και Κρίκετ. Είναι το δεύτερο πιο δημοφιλές άθλημα στις ΗΠΑ.[1][2]

Στις αρχές της δεκαετίας του 1830 στις ΗΠΑ υπήρξαν αναφορές για μια ποικιλία παιχνιδιών με ρόπαλο και μπάλα που χαρακτηρίστηκαν σαν πρώιμες μορφές του μπέιζμπολ. Αυτά τα παιχνίδια συχνά αναφέρονται σε τοπικό επίπεδο ως "τάουνμπολ" αλλά και με άλλα ονόματα όπως "ράουντμπολ" και "μπέιζμπολ" χρησιμοποιήθηκαν επίσης. Σε μια επιστολή για το περιοδικό Sporting Life για έναν αγώνα που πραγματοποιήθηκε στο Μπίτσβιλ του Οντάριο το 1838 παρουσιάζονται πολλές ομοιότητες με το σύγχρονο μπέιζμπολ. Η παλιότερη ευρέως αποδεκτή ιστορία όπου ο Άμπνερ Ντάμπλντεϊ εφεύρε το μπέιζμπολ στο Κουπερστάουν της Νέας Υόρκης, το 1839 έχει οριστικά απορριφθεί από του αθλητικούς ιστορικούς.

Το 1845, ο Αλεξάντερ Κάρτραϊτ, μέλος του συλλόγου "Νικερμπόκερς" της Νέας Υόρκης, ήταν επικεφαλής της καταγραφής του λεγόμενου Κανονισμού του συλλόγου Νικερμπόκερς για το μπέιζμπολ. Η συνήθης πρακτική που μέχρι τότε για να βγάζεις έναν επιθετικό άουτ, έπρεπε να τον χτυπήσεις με μια πεταγμένη μπάλα, καταργήθηκε. Επίσης οι κανόνες αυτοί επέβαλαν την χρήση μιας μικρότερης, πιο σκληρής μπάλας από ό, τι είχαν παλαιότερα αλλά και αρκετοί άλλοι κανόνες που καταγράφηκαν σε εκείνο το πρώτο βιβλίο κανονισμών, έφεραν το παιχνίδι στην σύγχρονη μορφή του . Ο αγώνας που αναγνωρίζεται ως το πρώτο επίσημο καταγεγραμμένο παιχνίδι μπέιζμπολ στην ιστορία των ΗΠΑ έλαβε χώρα στις 19 Ιουνίου 1846, στο Χόμποκεν του Νιου Τζέρσεϊ: Οι "Νιου Γιορκ Νάιν" νίκησαν τους "Νικερμπόκερς" της Νέας Υόρκης με σκορ 23-1, σε τέσσερις περιόδους. Με τους πρώτους κανονισμούς των "Νικερμπόκερς" ως βάση, οι κανόνες του σύγχρονου μπέιζμπολ συνεχίζονται να εξελίσσονται μέχρι σήμερα. Υπήρξε άθλημα επίδειξης στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1904 στο Σεντ Λούις και σε πολλές επόμενες Ολυμπιάδες.

Το 1984 και το 1988 συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα των Ολυμπιάδων ως άθλημα υπό δοκιμή και τελικά έγινε επίσημο ολυμπιακό άθλημα από το 1992 στη Βαρκελώνη ως το 2004. Όμως, αποφασίστηκε να αφαιρεθεί και πάλι από τους αγώνες το 2012, όπως και το συγγενικό γυναικείο σόφτμπολ.

Το γήπεδο Ρίγκλι Φιλντ στο Σικάγο, έδρα της ομάδας των Σικάγο Καμπς, ένα από τα πιο γνωστά των ΗΠΑ.

Το μπέιζμπολ παίζεται σε ανοιχτό γήπεδο που έχει σχήμα τεταρτημόριου κύκλου. Το γήπεδο περιλαμβάνει δύο περιοχές:

Η Εσωτερική Περιοχή (Infield) ή Διαμάντι (Diamond) έχει σχήμα ρόμβου με πλευρές μήκους 27,43 m. Στις τέσσερις κορυφές του ρόμβου υπάρχουν οι τέσσερις Βάσεις (Bases). Η βάση στην αρχή του γηπέδου, λέγεται Αρχική Βάση ή Αρχική Πλάκα (Home Plate) όπου ξεκινάει και κάθε φάση του αγώνα, μιας και διαδραματίζεται η μονομαχία του ρίπτη (pitcher) της άμυνας με τους ροπαλοφόρους (batter) της επίθεσης. Στις υπόλοιπες βάσεις που αριθμούνται ως 1η, 2η, και 3η Βάση, προωθούνται διαδοχικά οι συμπαίκτες του ροπαλοφόρου - επιθετικοί - και ο ίδιος κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού, μέχρι να επιστρέψουν στην αρχική βάση κλείνοντας κύκλο σε όλες τις βάσεις και παίρνοντας έτσι έναν πόντο (run).

Στο εσωτερικό του διαμαντιού και σε απόσταση 18,34 μ. από την αρχική βάση, βρίσκεται ο ρίπτης (πίτσερ) της άμυνας ο οποίος ρίχνει την μπάλα και μονομαχεί με τον ροπαλοφόρο. Πίσω από τον ροπαλοφόρο υπάρχει ένας συμπαίκτης του ρίπτη, ο λήπτης (catcher) που πιάνει τις ρίψεις. Ο λήπτης είναι ο βασικός αμυντικός παίχτης, όλης της ομάδας, και αποστολή του είναι να βγάλουν, μαζί με τον ρίπτη, εκτός παιχνιδιού όλους τους ροπαλοφόρους (δηλ. τουλάχιστον 3 σε κάθε περίοδο), επίσης να εμποδίσει την προώθηση των δρομέων, και τέλος, να προστατεύει την αρχική βάση από επιθετικούς που επιχειρούν να σκοράρουν.

Την εσωτερική περιοχή αμύνονται έξι (6) αμυντικοί: Ο Ρίπτης, ο Λήπτης, ο Πρώτης Βάσης, ο Δεύτερης Βάσης, ο Σορτ-στοπ και ο Τρίτης Βάσης. Αμύνονται της μπάλας και των επιθετικών και παίζουν όλες τις φάσεις στις βάσεις.

Η Εξωτερική Περιοχή σχηματίζει ένα τόξο με απόσταση τουλάχιστον 76,2 μ. ακτίνα από την αρχική βάση. Είναι προτιμητέο όμως το μέγεθος του γηπέδου να έχει ακτίνες τουλάχιστον 97,5 μ. στα πλάγια και 121,9 μ. στο κέντρο της. Στην εξωτερική περιοχή τοποθετούνται οι τελευταίοι τρεις (3) παίκτες της αμυνόμενης ομάδας και έχουν τον ρόλο της οπισθοφυλακής. Αμύνονται της μπάλας των μακρινών και δυνατών χτυπημάτων της επίθεσης.

Οι θέσεις των παικτών του μπέιζμπολ σε κατάσταση άμυνας.

Οι θέσεις των παικτών

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το μπέιζμπολ παίζεται από δυο ομάδες των εννέα παικτών, οι οποίες εναλλάσσονται στο ρόλο του επιτιθέμενου και του αμυνόμενου. Οι παίκτες της αμυνόμενης ομάδας, τοποθετούνται ως εξής:

  • Ο ρίπτης (pitcher): μέσα στο διαμάντι (ο πιο καθοριστικός παίχτης του παιχνιδιού)
  • Ο λήπτης (catcher): πίσω από την αρχική βάση
  • δύο μεταξύ 1ης και 2ης βάσης (ο ένας λέγεται shortstop)
  • δύο μεταξύ 2ης και 3ης βάσης
  • τρεις στην εξωτερική περιοχή (outfielders)

Οι παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας ξεκινάνε διαδοχικά στη θέση του ροπαλοφόρου επιχειρώντας να χτυπήσουν την μπάλα κερδίζοντας την μονομαχία με τον ρίπτη και το λήπτη. Σε αυτή την περίπτωση γίνονται δρομείς και προωθούνται στις βάσεις, επιχειρώντας να σκοράρουν. Το παιχνίδι δεν έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια. Μόλις τρεις παίκτες της επιτιθέμενης ομάδας, είτε ροπαλοφόροι είτε δρομείς, βγουν εκτός παιχνιδιού από την άμυνα, οι ομάδες αλλάζουν ρόλους. Όταν η κάθε ομάδα περάσει από άμυνα και επίθεση, ολοκληρώνεται μια περίοδος (inning).

Κάθε φάση (play) ξεκινάει με την μονομαχία του Ρίπτη (pitcher - άμυνα) και του Ροπαλοφόρου (batter - επίθεση). Ο Ροπαλοφόρος θέλει να χτυπήσει την μπάλα, ενώ ο Ρίπτης προσπαθεί να τον ξεγελάσει και να πετύχει το αντίθετο. Την ρίψη υποδέχεται ο Λήπτης (catcher).

Η μπάλα πρέπει να περάσει από ένα συγκεκριμένο νοητό ορθογώνιο, την Ζώνη Ρίψης (strike zone) που ορίζεται πάνω από την Αρχική Βάση (Home Plate) «δίνοντας ευκαιρία» στον Ροπαλοφόρο να την χτυπήσει - αλλιώς είναι λάθος του Ρίπτη και καλείται Μπολ (ball). Η αποτυχία του Ροπαλοφόρου να χτυπήσει την μπάλα καλείται Στράικ (strike), σε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) είτε κυνήγησε μια μπαλιά και αστόχησε, β) είτε την χτύπησε φάουλ (foul) δηλ. έξω από τον χώρο που η μπάλα παίζεται, γ) είτε η μπάλα πέρασε από την Ζώνη Ρίψης (ευκαιρία για χτύπημα) και αυτός δεν έκανε τίποτα.

Υπάρχει και μια εξαιρετική περίπτωση (δ), όταν από πρόθεση ο Ρίπτης χτυπήσει με την μπάλα τον Ροπαλόφορο ή η μπάλα έρθει κατά το σώμα του (εκ προθέσεως). Τότε αυτό χρεώνεται Στράικ από τον κεντρικό διαιτητή.

Σκοπός της Επίθεσης: Ο Ροπαλοφόρος να χτυπήσει την μπάλα «δυνατά ή τεχνικά» ώστε να δώσει «χρόνο» στους δρομείς του (runners) στις βάσεις αλλά και στον εαυτό του, να προωθηθούν κυκλικά στις βάσεις. Έτσι, μέχρι η άμυνα να επιστρέψει την μπάλα, οι δρομείς να περάσουν από όλες τις βάσεις και να επιστρέψουν πίσω στην αρχική κερδίζοντας έναν Πόντο (run) ή τουλάχιστον να σωθούν σε μια βάση όπου είναι ασφαλείς.

Η μπάλα του μπέιζμπολ (σημ. έχει μέση διάμετρο 73–75 mm, και ζυγίζει περίπου 145 g.[3]

Σκοπός της Άμυνας: να επιστρέψει την μπάλα γρήγορα στον εσωτερικό χώρο (infield) και να εμποδίσει τους γύρους της επίθεσης, «βγάζοντας Άουτ» (out - εκτός φάσης), τον Ροπαλοφόρο και τους άλλους δρομείς στις βάσεις. Ο Ροπαλοφόρος είναι άουτ σε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: α) χρεωθεί 3 Strikes, β) χτυπήσει την μπάλα και αφού αυτή σκάσει στο έδαφος, η άμυνα να καταφέρει να την πιάσει και να την πετάξει σε αμυντικό στην 1η βάση. Το παιχνίδι στην 1η βάση καλείται υποχρεωτικό (force) και στόχος της άμυνας είναι να πατήσει αμυντικός που έχει στην κατοχή του την μπάλα την 1η βάση πριν την πατήσει ο Ροπαλοφόρος/Δρομέας μετά το χτύπημα που ο ίδιος έκανε.

Οι δρομείς είναι άουτ αν τους ακουμπήσει αμυντικός με το γάντι (μπάλα), ενώ αυτοί δεν πατάνε εκείνη την στιγμή σε κάποια βάση.

Ένας επιθετικός προσπαθεί να κατακτήσει όσο το δυνατόν περισσότερες βάσεις (κύκλος) χωρίς να τον βγάλουν άουτ. Ασφαλής (safe), είναι μόνο όταν ακουμπάει μια βάση. Έτσι η μπάλα επιστρέφει στον ρίπτη για να μονομαχήσει με τον επόμενο ροπαλοφόρο.

Ένας δρομέας μπορεί αν είναι γρήγορος, να κλέψει μια βάση (steal) – δηλαδή να προωθηθεί στην επόμενη, πριν η άμυνα μπορέσει να τον ακουμπήσει (πιάσει) με την μπάλα καθώς αυτός θα προωθείται.

Όταν καταφέρει η άμυνα και βγάλει τρία (3) άουτ, τότε αλλάζει η άμυνα με την επίθεση. Μια περίοδος (inning) τελειώνει όταν και οι δυο ομάδες έχουν πάει εναλλάξ από μια φορά σε άμυνα και επίθεση. Ένα παιχνίδι αποτελείται από εννέα (9) περιόδους και νικήτρια είναι η ομάδα που έχει σκοράρει τους περισσότερους πόντους. Επειδή δεν υπάρχει ισοπαλία, στην περίπτωση που μετά τις εννέα περιόδους δεν υπάρχει νικητής διεξάγεται μια επιπλέον περίοδος ή και περισσότερες, μέχρι κάποια ομάδα ανακηρυχθεί νικήτρια.

Οι παλαιότερες και πιο σημαντικές διοργανώσεις είναι τα δυο πρωταθλήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το American League και το National League. Η αποκορύφωση αυτών, καλείται «World Series» όπου οι δυο πρωταθλήτριες παίζουν μια τελική σειρά αγώνων για την ανακήρυξη της καλύτερης ομάδας στον Κόσμο εκείνη την χρονιά. Το world series διεξάγεται από το 1903 και θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα αθλητικά γεγονότα παγκοσμίως αμερικανικό πρωτάθλημα.

Σε διεθνές επίπεδο σημαντικότερη διοργάνωση είναι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ή «World Baseball Classic», όπως είναι η επίσημη ονομασία του, το οποίο διοργανώνει η Διεθνής Ομοσπονδία Μπέιζμπολ από το 2002.



Εξωτερικοί σύνδεσμοι

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]